αξιοθέατα

Η Ελάτη -Ιστορική αναδρομή του Δήμου Αιθήκων

Ο Δήμος πήρε το όνομά του απ’ την αρχαία Αιθηκία.
Η Αιθηκία αναφέρεται απ’ τον Όμηρο και τον Στράβωνα, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τους Αίθηκες ως λαό εξαιρετικά υπερήφανο επιφορτισμένο να φρουρεί το πέρασμα απ’ την ‘Ήπειρο στην Θεσσαλία. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 148 π.Χ οι Ρωμαίοι αφού ολοκλήρωσαν την κατάκτηση όλης της Θεσσαλίας ανέθεσαν στους Αίθηκες και στους Αθαμάνες τη φύλαξη των επίκαιρων διαβάσεων της Πίνδου, δίνοντάς τους πολλά προνόμια.
Το 1535 όλη η Θεσσαλία καταλαμβάνεται απ’ τους Τούρκους. Την εποχή αυτή τα ορεινά της Πίνδου γνωρίζουν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη εξαιτίας της ενδυνάμωσης του πληθυσμού τους που προκλήθηκε λόγω της μαζικής μετακίνησης των κατοίκων της πεδινής Θεσσαλίας στα ορεινά. Την εποχή αυτή η κτηνοτροφία, η υφαντουργία των μάλλινων ειδών αλλά και η λαϊκή αρχιτεκτονική έδωσε στα χωριά του Δήμου Αιθήκων ωραιότατα σπίτια, εκκλησίες, μοναστήρια, και γεφύρια στα οποία είναι έντονη η επίδραση των Ηπειρωτών μαστόρων. Κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα, σε όλα σχεδόν τα χωριά της Νότιας Πίνδου κτίζεται τουλάχιστον από μια νέα και λαμπρή εκκλησία.
Σήμερα αυτές οι εκκλησίες, αλλά και τα πολυάριθμα και πλούσια άλλοτε μοναστήρια της περιοχής στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες εκείνης της ένδοξης εποχής. Στην διάρκεια του 18ου αιώνα έχει διαμορφωθεί η κοινωνική διαστρωμάτωση 1) η άρχουσα τάξη αποτελείται αποκλειστικά από τις τάξεις των αχιτσελιγκάδων – κοτζαμπάσηδων 2) στην δεύτερη βαθμίδα ανήκε το στρώμα των τεχνιτών, των υφαντών, των ραφτάδων, των χαλκωματάδων κλπ, 3) στην τρίτη βαθμίδα βρισκόταν η λαϊκή τάξη των κτηνοτρόφων που εξαρτιόταν από τα τσελιγκάτα, οι φτωχότεροι από τους αγωγιάτες και οι μικροκαλλιεργητές.
Τα χωριά του Ασπροποτάμου ελέγχονται απόλυτα από ισχυρές οικογένειες αρματολών, κοτζαμπάσηδων και μεγαλοτσελιγκάδων, στους οποίους υποτάσσονται οι υπόλοιποι κάτοικοι: όπως οι οικογένειες των Χατζηπετραίων στο Νεραϊδοχώρι, των Χατζηπετρουλαίων στο Περτούλι, των Πυργοταίων στην Πύρρα.
Σε κάποια χωριά η βιοτεχνική παραγωγή των μάλλινων ειδών πήρε σημαντική διάσταση, όπως στο Δροσοχώρι και στο Νεραϊδοχώρι, αναπτύσσουν δραστηριότητες με την εμπορία των μάλλινων, μέχρι τις Σέρρες και την Βιέννη. Στα τέλη του 18ου αιώνα Νεραϊδοχωρίτες έμποροι μάλλινων, δραστηριοποιούνται και εγκαθίστανται στο Μοναστήρι. Πολλοί κάτοικοι της Πύρρας ήταν περιφερόμενοι κασσιτερωτές, χαλκωματάδες και γανωτές. Ο Νικόλαος Κασομούλης αναφέρει …Με την ευκαιρίαν αυτήν περιηγήθην όλα τα χωριά μαζί του (με τον καπετάνιο του Ασπροποτάμου, Στορνάρη), Πύρραν, Καμναίους, Τυφλοσέλι και Γαρδίκι, τα οποία κατοικούντο από διάφορους ανθρώπους, εμπόρους, ποιμένες, τεχνίτας των καπότων και άλλους, εν ενί λόγω από ανθρώπους της βιοτεχνίας… (Κασομούλης Νικόλαος, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821- 1823, Ιστορία του αρματωλικού).
Τα χωριά της Νότιας Πίνδου κατοικούνται συνέχεια, χειμώνα- καλοκαίρι. Η μορφή της κτηνοτροφίας και της οικονομίας που είχαν αναπτύξει δεν απαιτούσε την συλλογική μετακίνηση των οικογενειών. Ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων και περισσότερο οι οικογένειες των τεχνιτών, των μικροκαλλιεργητών, αλλά και των κτηνοτρόφων ζούσαν το χειμώνα στα χωριά τους σχεδόν αποκομμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, δουλεύοντας την βιοτεχνική παραγωγή τους.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στην περιοχή της Πίνδου οι άνδρες δεν φόρεσαν ποτέ φέσι και οι γυναίκες ζούσαν πιο ελεύθερες σε σχέση με τις γυναίκες του κάμπου, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η κυριαρχία του Αλή- Πασά των Ιωαννίνων το 1758 επέφερε πολλές αλλαγές στα χωριά του Ασπροποτάμου.
Όταν ο Αλή- Πασάς τοποθετήθηκε από την Πύλη στην θέση του ντερβεντζή της Θεσσαλίας (δηλ αρχηγός του σώματος για την ασφάλεια των οδικών αρτηριών και των ορεινών διαβάσεων) άρχισε και η ανάμειξη των Τούρκων στις υποθέσεις των ορεινών χωριών. Αρχικά από την πλευρά της Ηπείρου, πολλές οικογένειες στην περίοδο της μεγάλης ακμής του Αλή- Πασά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους- τη Χειμάρα της Β. Ηπείρου, το Συρράκο, τους Καλαρίτες, το Ματσούκι- και να εγκατασταθούν στα χωριά της Πίνδου. Τελικά και αρκετά από τα πιο αδύναμα βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου, υπέκυψαν και έγιναν τσιφλίκια του Αλή- Πασά και των γιων του. Άλλοι από τους κατοίκους των χωριών αναγκάστηκαν να πληρώνουν ενοίκιο για να βόσκουν τα κοπάδια τους στα προγονικά λιβάδια, όπως οι κάτοικοι του Περτουλίου, της Πύρρας, του Αγίου Νικολάου, του Δροσοχωρίου, του Γαρδικίου και της Αθαμανίας, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν. Οι τελευταίοι ήταν οι ευκατάστατοι πρόκριτοι, τσελιγκάδες, έμποροι και τεχνίτες. Έφευγαν μεμονωμένα η κατά ομάδες ακολουθούμενοι από τις οικογένειες που εξαρτιόταν από αυτούς χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια του Γούσιου Χατζηπέτρου, ενός δραστήριου προύχοντα μεγαλοτσέλιγκα και εμπόρου μάλλινων ειδών από το Νεραϊδοχώρι. Οι Χατζηπετραίοι έπεσαν στη δυσμένεια του Αλή, καθώς αρνούνταν τη συνεργασία και την υποταγή. Η οικογένεια καταστράφηκε οικονομικά και στα 1812 οι δυο μικρότεροι από τους γιους του Γούσιου, Ο Γιαννάκης και ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, αναζήτησαν καλύτερη τύχη στις Σέρρες, όπου η οικογένεια είχε αναπτύξει δραστηριότητες. Ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος ταξίδεψε μέχρι τη Βιέννη μαζί με άλλους εμπόρους των Σερρών και εκεί ως μέλος μιας επιτροπής ελλήνων συνάντησαν τον Ναπολέοντα, ζητώντας την αρωγή του για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Λίγο αργότερα στο 1817, ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος βρέθηκε στην αυλή και στην υπηρεσία του Αλή-Πασά ως γραμματικός.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της εξόδου από τα χωριά της Πίνδου μέσα στις συνθήκες που γεννούσε η εξουσία του Αλή-Πασά, αρκεί μια σύγκριση των πληθυσμιακών στοιχείων που δίνει ο F. POUQEVILLE για την περίοδο ανάμεσα στο 1806 με 1815 με τα δημογραφικά δεδομένα του κώδικα Τρίκκης του 1820, ο οποίος συντάχτηκε με εντολή του Αλή-Πασά για φορολογικούς λόγους. Στο Γαρδίκι από 120 οικογένειες απόμειναν μόνο 70, στο Νεραϊδοχώρι από 300 μόνο 40, στην Δέση από 80 μόνο 70, στην Αθαμανία από 80 μόνο 28, ενώ στο Δροσοχώρι – Άγιο Νικόλαο από 300 οικογένειες απόμειναν πια μόνο 40. Η πτώση του Αλή-Πασσά και ο θάνατος του 1822 δεν απάλλαξαν τα ορεινά χωριά από τις καταστροφές καθώς συνέπεσαν με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης.
Οι καταστροφές των χωριών και η έξοδος των κατοίκων συνεχίστηκε. Τον Ιούνιο του 1823 στρατεύματα Τουρκαλβανών, υπό την αρχηγεία του Σελιχτάρ Μπόδα η Πόδα επιχείρησαν να εισβάλουν στον Ασπροπόταμο. Ξεκινώντας από τον Πύλη ανεβαίνουν για τα Βλαχοχώρια λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα τους. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τις εστίες τους και καταφεύγουν στην ασφάλεια των βουνών.
Τα χωριά Περτούλι, Νεραϊδοχώρι και Πύρρα κυριολεκτικά ισοπεδώνονται. Όταν το 1826 πέρασε από αυτά τα χωριά ο Νικόλαος Κασσομούλης δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ούτε καν που βρίσκονταν άλλοτε τα θεμέλια των σπιτιών. Οι κάτοικοι τους παρέμειναν για 18 περίπου χρόνια καλύτερες εποχές. Κάποιοι κατέφυγαν και σκόρπισαν στη νεώτερη Ελλάδα, το ίδιο καθοριστική ήταν και η συμμετοχή των χωριών της Πίνδου στην κατοχή και στην Εθνική Αντίσταση.
Η ορεινή ζώνη αποτελούσε τμήμα της ελεύθερης Ελλάδας στο Περτούλι ήταν εγκατεστημένο το γενικό στρατηγείο του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ και η έδρα του κοινού Γενικού Στρατηγείου των αντιστασιακών οργανώσεων Ε.Λ.Α.Σ-Ε.Δ.Ε.Σ.-Ε.Κ.Κ.Α. των Άγγλων. Στην Ελάτη το καλοκαίρι του 1944 η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης ίδρυσε Παιδαγωγική Ακαδημία η οποία λειτούργησε κατά τους θερινούς μήνες υπό την διεύθυνση της επιφανούς παιδαγωγού Ρόζας Ιμβριώτη, συγγραφέα πολλών έργων και ηγετική φυσιογνωμία του Κομμουνιστικού Κινήματος των Ελλήνων Εκπαιδευτικών. Από το έτος 1943-1949 στο χώρο του σχολείου αυτού συνεδρίαζε το Λαϊκό και Αναθεωρητικό Δικαστήριο των οργανώσεων ΕΑΜ, ΕΠΟΝ, ΕΠ.ΕΑ, ΚΚΕ και οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι από επαναστατικά και κομμουνιστικά συνθήματα.
(πηγή: Νομαρχικαή Αυτοδιοίκηση Τρικάλων)

επιστροφή στις πληροφορίες για την Ελάτη

φωτογραφίες